griego » alemán

τροφός [trɔˈfɔs] SUBST f

τροφή [trɔˈfi] SUBST f

1. τροφή (γενικά):

Kindernahrung f sing.

2. τροφή (για ζώα):

Futter nt

τροπή [trɔˈpi] SUBST f

1. τροπή (αλλαγή κατεύθυνσης):

2. τροπή (μετατροπή):

τρόμος [ˈtrɔmɔs] SUBST m

τροχιά [trɔˈça] SUBST f

1. τροχιά (ρόδας):

5. τροχιά FERRO.:

Gleis nt

τρούφα [ˈtrufa] SUBST f

ημίφω|ς <-τος> [iˈmifɔs] SUBST nt

ατροφ|ώ <-είς, -ησα> [atrɔˈfɔ] VERB intr.

τρούλο SUBST

Entrada creada por un usuario

¿Quieres añadir alguna palabra, frase o traducción?

Proponnos una nueva entrada.

Página en Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский